Ιστορία

Η ιστορία της περιοχής βασίζεται στην αρχαία πόλη του Στράτου. Από τον 5ο αιώνα , γίνονται αναφορές στο Θουκυδίδη για την περιοχή αυτή χαρακτηρίζοντας την ως «πόλιν μεγίστην της Ακαρνανίας». Σύμφωνα με την παράδοση, στην πόλη του Στράτου γινόταν η στρατολόγηση των Ακαρνάνων και η συγκρότηση τους σε στρατεύματα.

Εξετάζοντας ετυμολογικά την ονομασία «Στράτος» καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι προέρχεται από τη λέξη «στρατός», η οποία με τη σειρά της παράγεται από το ρήμα στορέννυμι ή στόρνυμι ή στρώννυμι. Η πρώτη σημασία της ονομασίας Στράτος ήταν στρατιωτικός σταθμός, δηλαδή ο τόπος που συγκεντρώνονταν οι Ακαρνάνες για να διαβούν στην αντίπερα όχθη του Αχελώου ή για να υπερασπισθούν τα σύνορα της γης τους από τους αντιπάλους Αιτωλούς. Με την πάροδο του χρόνου η περιοχή Στράτος από τόπος συγκέντρωσης στρατευμάτων μετατράπηκε σε πόλη, χωρίς να πάρει νέο όνομα, αφού σύμφωνα με τον Όμηρο, η λέξη «στρατός» περιλαμβάνει όχι μόνο τους στρατιώτες, αλλά και ολόκληρο το λαό. Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει: «Στράτιον πόλις Ακαρνανίας ο πολίτης Στρατιώτης και Στράτιος». Επισημαίνει δε την πόλη ως ο Στράτος και η Στράτος. Εν αντιθέσει με το τοπωνύμιο Οινιάδες, που δηλώνει ειρηνικές ασχολίες και γεωργικές καλλιέργειες, η ονομασία Στράτος σημαίνει τον χώρο συγκέντρωσης – στάθμευσης των στρατευμάτων, καθώς και τις πολεμικές τους ενέργειες.

Η γεωγραφική – στρατιωτική θέση της, καθώς και ο  οχυρωματικός περίβολός της, κατέστησαν την πόλη ισχυρή επιτρέποντάς της να γίνει η πρώτη έδρα του «Κοινού των Ακαρνάνων», από τον 5ο  έως τον 3ο π.Χ αιώνα, όταν η έδρα του κοινού μεταφέρθηκε στη Λευκάδα. Λίγα χρόνια αργότερα  πέρασε στους Αιτωλούς, τους αιώνιους αντιπάλους τους. Υπήρξε για πολλά χρόνια το πεδίο επιχειρήσεων και αντιπαραθέσεων  τους, και αργότερα αποτέλεσε το στόχο του Μακεδονικού Στρατού.

Οι Ακαρνάνες είχαν ως προστάτη θεό, το Στράτιο Δία, κάτι που δηλώνει τη στρατιωτική σημασία της πόλης. Όταν ο Στράτος μετατράπηκε σε πόλη, δεν άλλαξε ούτε την επωνυμία ούτε τον πολιούχο θεό του. Τα νομίσματα του Κοινού των Ακαρνάνων, του οποίου πρώτη πρωτεύουσα ήταν ο Στράτος, φέρουν στη μία πλευρά το κεφάλι του Δία και στην άλλη του ταυρόμορφου Αχελώου, γεγονός που μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι ο Στράτος ήταν ο χώρος όπου ενώθηκε η λατρεία του θεού Αχελώου και του Στρατίου Διός.

 

Η αρχαία πόλη του Στράτου βρισκόταν κοντά στο χωριό Σουροβίγλι ή Σωροβίγλι. Η περιοχή αυτή, αρχικά ήταν αγροτικός συνοικισμός αλλά από το 1871 μετατράπηκε σε χωριό με λιθόκτιστες διώροφες οικοδομές. Μάλιστα, για την ανέγερση του χωριού χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό από τα Τείχη, το Θέατρο, την Αγορά και άλλα μνημεία της Αρχαίας Στράτου. Μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση του 1960, τη δεκαετία 1963-1973, δημιουργήθηκε το νέο χωριό που ήταν πιο νότια από το παλιό και πήρε την ονομασία Στράτος. Το παλιό χωριό εγκαταλείφθηκε.

Σύμφωνα με τη νεότερη ιστορία, η Κυψέλη και το Ματσούκι αποτέλεσαν τους τόπους εγκαθίδρυσης των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην οικονομία της περιοχής, με την κατασκευή των δύο υδροηλεκτρικών φραγμάτων, του Καστρακίου και του Στράτου, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του ’70 να αποτελούν σημείο αναφοράς μέχρι και σήμερα. Η γεωγραφία της περιοχής άλλαξε με την παρουσία των τεχνητών λιμνών προσδίδοντάς της μια ιδιαίτερη φυσική ομορφιά με την προσθήκη του υδάτινου στοιχείου.  Οι έρευνες που ακολούθησαν τη δεκαετία του ’90 αποκάλυψαν τον τεράστιο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πόλης του Στράτου και κυρίως το αρχαίο θέατρο.

Η Λεπενού συμμετείχε στην επανάσταση του 1821. Τον Οκτώβριο του 1822, κάτω από τη Λεπενού, στρατοπέδευσε ο Ομέρ Βρυώνης με οκτώ χιλιάδες Αλβανούς μέχρις ότου έφτασε και ο Κιουταχής με δικό του ασκέρι. Έπειτα, κατέβηκαν προς το Μεσολόγγι όπου και άρχισαν την πρώτη πολιορκία. Από τη Λεπενού καταγόταν ο Κώστας Λεπενιώτης, ο οποίος λέγεται πως ήταν αδερφός του Κατσαντώνη. Ο Λεπενιώτης έδρασε κυρίως στα Άγραφα και έδωσε πολλές μάχες με τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Το 1809, στη θέση Παπαδιά των Αγράφων, νίκησε και συνέλαβε αιχμάλωτο τον δερβέναγα των Αγράφων, Σουλεϊμάν Τότη, τον οποίο και σκότωσε για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του Κατσαντώνη.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι Ακαρνάνες δεν περιόρισαν την πολεμική τους δράση κατά των Τούρκων μόνο στη στεριά. Η πολεμική δράση τους ήταν εμφανής και στη θάλασσα. Την περίοδο 1788-1796, πριν ακόμη από τον Γιάννη Σταθά, ο Αγησίλαος Λεπενιώτης ναυμάχησε με τα τρία τρικάταρτα καράβια του και βούλιαξε τα Τουρκικά καράβια στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, στα Δαρδανέλια κ.ά. Την εποχή του Αλή Πασά, εμφανίστηκαν στη Λεπενού οι Θρυλικοί Κατσαντωναίοι, οι οποίοι πολεμούσαν τους Τούρκους στο Ξηρόμερο, στα Άγραφα και στο Βάλτο. Δυο εξ αυτών ήταν τα αδέρφια Αντώνης Κατσαντώνης και Κώστας Λεπενιώτης. Το 1764, σε μια από τις περιοδείες του, ο Κοσμάς ο Αιτωλός πέρασε και από τη Λεπενού. Όπου πήγαινε, ρωτούσε αν έχουν σχολείο. Επειδή του απαντούσαν αρνητικά συνιστούσε να βάλουν όλοι τον οβολό τους και οι γυναίκες τα κοσμήματά τους, τα οποία πωλούσε και έδινε το αντίτιμο, μαζί με το άλλο ποσό που μάζεψε από τον έρανο, στους προεστούς για να χτίσουν σχολείο. Το ίδιο έκανε και στη Λεπενού, όπου συγκέντρωσε τους κατοίκους στο βόρειο τμήμα του χωριού κι εκεί έστησε έναν ξύλινο σταυρό. Μέχρι σήμερα, η τοποθεσία αναφέρεται απ’ τους κατοίκους «στου Παπαδούλη». Με το ποσό που μάζεψε χτίστηκε ένα μικρό σχολείο, το “Παλιοσκολειό”. Τα ερείπιά του σώζονταν μέχρι το 1914. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό Ζυγό, το 1850 – 1852, λειτούργησε στη Λεπενού το πρώτο Δημοτικό Σχολείο, το οποίο στεγάστηκε για αρκετά χρόνια στο «Παλιοσκολειό».