voukatio

Ιστορία

Δημοτική Ενότητα Θεστιέων

Η πόλη των Θεστιέων, που βρισκόταν στο κέντρο της εύφορης βόρειας Αιτωλικής πεδιάδας και της μεγαλύτερης λίμνης, της Τριχωνίδας, κατείχε δεσπόζουσα θέση μεταξύ των άλλων πόλεων γύρω από τη λίμνη. Όλες μαζί οι πόλεις αυτές δημιούργησαν έναν ιδιαίτερο φυλετικό δεσμό και αργότερα μια πολιτική ενότητα.

Από τη συνένωση των γύρω συνοικισμών δημιουργήθηκε η πόλη «Θεστιείς» η οποία ήταν η πλουσιότερη και πολυπληθέστερη. Οι Θεστιείς ήταν πολυάριθμοι και διασκορπισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος της βόρειας πεδιάδας της Τριχωνίδας, ανατολικά μέχρι το Φίστυον (Νερομάννα) και δυτικά μέχρι το σημερινό Δοκίμι και την Ειτέα (Σιτόμενα). Το τείχος που περιέβαλε το κάστρο των Θεστιέων ήταν το μεγαλύτερο ολόκληρης της Αιτωλίας μήκους 4.000 μέτρων ενώ του Αγρινίου ήταν μόνον 2.500 μέτρων.

Έτσι η πόλη των Θεστιέων, που περικλείονταν μέσα σε τόσο μεγάλα τείχη, ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη από όλες τις πόλεις της Αιτωλίας, μία πανίσχυρη χώρα στο εσωτερικό της Αιτωλίας, έργο κατεξοχήν του Θεστίου, που ήταν μια εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής. Η προσωπικότητα και ακτινοβολία του Θεστίου φαίνεται όχι μόνο από την επικράτησή του ως άρχοντας της Πλευρωνίας, ούτε μόνο στη συγγενική σχέση του με τους βασιλικούς οίκους της Σπάρτης, του  Άργους, των Μυκηνών και της Ιθάκης αλλά και στην επιρροή του σε συγγραφείς οι οποίοι και τον παρουσιάζουν σαν γενάρχη, πολέμαρχο αλλά και πατέρα όχι μόνο των Θεστιέων αλλά και των Αιτωλών.

Βασικός πυρήνας της πόλεως που αναπτύχθηκε με την πάροδο του χρόνου στην πεδιάδα της Τριχωνίδας είναι η Ακρόπολη των Θεστιέων, ο Γλάς (έχει ως συνθετικό τη λέξη «λας»= λίθος, κορυφή, προβολή εδαφική προς τα άνω) . Στον τόπο κατοικούσαν ελληνικά φύλα, όπως δείχνουν τα μέχρι και σήμερα σωζόμενα πρωτοελληνικά τοπωνύμια. Η θέση της πόλεως βρισκόταν εκεί που είναι ο Γλάς, η Ακρόπολη δηλαδή, και το κάστρο του Βλοχού.

Στα τείχη της Ακροπόλεως κατέφευγαν οι υπήκοοι εν ώρα κινδύνου, όσοι είχαν ανάγκη και διώκονταν άδικα, αναζητώντας άσυλο και δικαιοσύνη. Εκεί ήταν επίσης η έδρα του βασιλιά Θεστίου, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο της επικράτειάς του καθώς και το θρησκευτικό κέντρο των Αιτωλών.

Η πόλη των Θεστιέων, από φυλετικό κράτος, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους Μυκηναϊκούς Χρόνους, γίνεται πόλη-κράτος από 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ.  Η πόλη-κράτος των Θεστιέων ονομάζεται με το εθνικό όνομα των πολιτών «Θεστιείς» και όχι με το τοπωνύμιο. Μετά το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα που παύουν οι πόλεις-κράτη να υπάρχουν, η πόλη των Θεστιέων εξακολουθεί να διατηρεί την αίγλη και την αξία της, όχι φυσικά σαν κράτος αλλά σαν πόλη. Τα θεσμικά της στοιχεία – βουλή που εκλέγεται, Εκκλησία του Δήμου που συνέρχεται τακτικά μια φορά το μήνα και έκτακτα όταν υπάρχει ανάγκη και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά- την κατέστησαν ικανή να αποτελεί μέλος της συγκροτηθείσας «Αιτωλικής Συμπολιτείας». Ο Πολύβιος την αναφέρει μεταξύ των πρώτων αξιόλογων πόλεων της «Αιτωλικής Συμπολιτείας».

Δημοτική Ενότητα Παραβόλας

Η θέση του νομού βρίσκεται πάνω σε φυσικά χερσαία περάσματα και θαλάσσιες αρτηρίες ενώ παρουσιάζει σημαντική γεωγραφική και στρατηγική σημασία. Ήδη από την Μέση Παλαιολιθική εποχή (100.000- 40.000 π.Χ) κατοικείται, απόδειξη τούτου η παρουσία σπηλαίων και ορισμένων υπαίθριων θέσεων. Πρώτοι κάτοικοι του νομού ήταν οι Κουρήτες και οι Λέλεγες. Άλλα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν εδώ ήταν αυτά των Αγραίων (στο σημερινό Αγρίνιο), των Ευρυτάνων, των Απεραντών (μεταξύ του Αγραφιώτη ποταμού και του Μέγδοβα) των Αποδοτών στα ανατολικά, στα βόρεια οι Αμφιλόχιοι, στην παράλια ζώνη από το Μόρνο έως τον Εύηνο κατοικούσαν οι Οζόλες ή Εσπέριοι Λοκροί και στην περιοχή του Βλοχού, οι Θεστιείς. Στη Νεολιθική εποχή (6800-3200 π.Χ) εμφανίζονται τα επίσης ελληνικά φύλα των Αιτωλών και των Ακαρνάνων τα οποία επικράτησαν στην ευρύτερη περιοχή.  Οι Ακαρνάνες με γενάρχη τον Ακαρνάν γιό του Αλκμαίωνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ Ιόνιου Πελάγους, Αμβρακικού κόλπο και δυτικά του Αχελώου ποταμού. Οι Αιτωλοί με γενάρχη τον Αιτωλό και υιούς τον Πλευρώνα και Καλυδώνα κατοίκησαν ανατολικά του Αχελώου.

Γύρω στο 400 π.Χ. δημιουργείται το Κοινό των Αιτωλών (ή Αιτωλική Συμπολιτεία) με κέντρο το Θέρμο. Η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας μέχρι και την Ελληνιστική Εποχή (3ος αιώνας π.Χ) βρίσκεται σε ακμή (στοιχείο που αποδεικνύεται από ιστορικές πηγές και τοπικά νομίσματα) και η δύναμη της αναγνωρίζεται ειδικά μετά την απόκρουση της Γαλατικής επιδρομής το 279 π.Χ.

Η αρχαία Αιτωλία κατά τον Στράβωνα, ήταν χωρισμένη στην παραλιακή ζώνη προς νότια του Αρακύνθου με τις πανάρχαιες πόλεις Καλυδώνα, Πλευρώνα, Χαλκίδα, Ωλενό, Πυλλήνη και τις εύφορες πεδιάδες γύρω από τη λίμνη Τριχωνίδα, με κυριότερες πόλεις το Φύταιο, το Τριχώνιο, τις Άκρες και την Μέταπα προς νότο, και το Αγρίνιο, το Βουκάτιο (Παράβολα), το Φίστυο, το Θέστιο (Βλοχός) προς τη βόρεια πλευρά της λίμνης.

Η θέση της αρχαίας πόλης Βουκάτιο ταυτίζεται σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη με το χωριό Παραβόλα, στη βόρεια πλευρά της Τριχωνίδας και συγκεκριμένα σε ένα λόφο νοτιοανατολικά του χωριού. Το σημείο αυτό απέχει περίπου 12 χλμ. από τον άξονα της Ε.Ο. Αντιρρίου – Ιωαννίνων.

Η οχύρωση της πόλης αποτελούνταν από ευρύ περίβολο ο οποίος σήμερα διατηρείται καλύτερα κατά το βόρειο τμήμα του, όπου σε ορισμένα μάλιστα σημεία το τείχος διατηρεί σχεδόν το αρχικό του ύψος. Προς τα νότια ο περίβολος εκτεινόταν στο πεδινό τμήμα που μεσολαβεί ως τη λίμνη Τριχωνίδα, τα ίχνη του όμως βαθμιαία χάνονται, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής η συνολική μορφή και έκτασή του. Στην κατασκευή της οχύρωσης παρατηρούνται διαφοροποιήσεις που υποδηλώνουν επιδιορθώσεις και συμπληρώσεις της οχύρωσης από την αρχική φάση, του 5ου αιώνα, έως και τα Ελληνιστικά Χρόνια. Η ακρόπολη, η οποία ήταν ενσωματωμένη στη βόρεια πλευρά του ευρύτερου περιβόλου, ήταν μικρή και μακρόστενη. Η είσοδός της ήταν στη δυτική πλευρά και πλαισιωνόταν με ημικυκλικούς πύργους. Εξωτερικά ακολουθούσε τη φυσική μορφολογία με μία σειρά ακανόνιστων προεξοχών. Στη ΝΑ γωνία της ακρόπολης αξιοσημείωτος είναι ένας ημικυκλικός πύργος ο οποίος διατηρείται και σήμερα σε σημαντικό ύψος με τα τρία παράθυρά του. Ο πύργος αυτός επικοινωνούσε τόσο με την ακρόπολη, όσο και με το υπόλοιπο τμήμα της οχύρωσης. Στη νότια πλευρά του διατηρούνται ενδείξεις ύπαρξης ξύλινης κλίμακας, η οποία μπορεί να οδηγούσε σε ξύλινη στέγη ή πλατφόρμα.

Δημοτική Ενότητα Μακρυνείας

Από την Μυκηναϊκή Περίοδο η Μακρυνεία έχει έντονη ιστορική παρουσία. Ένας μυκηναϊκός τάφος ανακαλύφθηκε το 1963 στην αρχαία πόλη Άκραι, στην περιοχή  που βρίσκεται το Λιθοβούνι, η οποία παρότι δεν έτυχε κανονικής ανασκαφής, έδωσε μερικά ενδιαφέροντα επιθετικά όπλα και ταυτόχρονα την πληροφορία ότι η περιοχή είχε ήδη κατοικηθεί από την Ύστερη Μυκηναϊκή Περίοδο, δηλαδή από τον 14ο αιώνα π.Χ. Κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους στην ακμή της Αιτωλικής Συμπολιτείας, οι αρχαίες πόλεις, Τριχώνιο, Άκραι, Μετάπα και Φύτειον σύμφωνα με τις ανακαλύψεις της αρχαιολογικής σκαπάνης βρέθηκαν στο απόγειο της δύναμης τους και της δόξας τους.

Στο Λιθοβούνι, όπου ανακαλύφθηκε η αρχαία πόλη των Αιτωλών, Άκραι, ανακαλύφθηκε  ένα αρχαίο νεκροταφείο με 68 κιβωτιόσχημους τάφους κατασκευασμένους από ντόπια πέτρα όπου απλώνονταν σε δύο λόφους, στα νότια και νοτιοανατολικά του Λιθοβουνίου, και από τη θέση που ανακαλύφθηκαν, διακρίνεται ότι πρέπει να ανήκαν σε άτομα με εξέχουσες θέσεις. Η τοποθεσία δεν είναι επισκέψιμη.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Τα σημαντικότερα και ορισμένα μάλιστα μοναδικά στο είδος τους ευρήματα προέρχονται από έναν τέτοιο τάφο, όπου βρέθηκαν επίσης δύο σκελετοί νεαρών ατόμων: είναι δύο όμοια χρυσά μετάλλια με ανάγλυφη προτομή ενός προσώπου, ένα χρυσό ασπίδιο με ανάγλυφη παράσταση κεραυνού αλλά και πολύτιμο λίθο από αιματίτη και ένα γυάλινο σκεύος.

Στο αρχαιολογικό μουσείο του Αγρινίου βρίσκονται σήμερα κοσμήματα, χάλκινοι καθρέφτες, χάλκινες στλεγγίδες ασημένια αγγεία, γυάλινα σκεύη, καθώς  και  κεραμικά, τα οποία  χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα π.Χ. ως τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. , τα οποία είχαν ανακαλυφθεί στο νεκροταφείο.

Στη γενέτειρα των κατοίκων της σημερινής Καψοράχης, στο Παλαιόκαστρο του Παλαιοχωρίου, σώζεται μέχρι και σήμερα μέρος του κάστρου που χρονολογείται τον 4 αιώνα π.Χ. το οποίο αποτελούσε οχυρό μιας εκ των αρχαίων πόλεων  Φυταίου ή Μετάπας.

Η Γαβαλού, που ονομαζόταν αρχαίο Τριχώνιο χτίστηκε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ.  και ήταν μια από τις σπουδαιότερες αιτωλικές πόλεις που σύμφωνα με επιγραφές υπήρξε και το πολιτικό κέντρο των Αιτωλών. Το 1992 κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών, ήλθε στο φως αρχαίο κτήριο, το οποίο βάσει των επιγραφικών ενδείξεων ταυτίζεται με το Ιερό του Ασκληπιού στο αρχαίο Τριχώνιο. Βρίσκεται 25χλμ. νοτιοδυτικά του Ιερού του Απόλλωνος στο Θέρμο, στη νότια όχθη της λίμνης Τριχωνίδας. Η πόλη αναφέρεται συχνά στις επιγραφές του Θέρμου, ως η πατρίδα πολλών και σπουδαίων στρατηγών και έτσι αποδεικνύεται ο σημαντικός πολιτικός της ρόλος στο πλαίσιο της δράσης του Κοινού των Αιτωλών καθώς αποτέλεσε γενέτειρα μεγάλων στρατηγών της Αιτωλικής Συμπολιτείας, όπως ο Σκόπας, υιός του Σωσάνδρου, ο Δωρίμαχος υιός του Νικοστράτου και ο Θώας υιός του Αλεξάνδρου. Επίσης ανακαλύφθηκε στην περιοχή μια μαρμάρινη ακέραιη στήλη με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση και φέρει την επιγραφή «ΚΡΙΤΟΛΑΟΥ», η οποία φυλάσσεται στο μουσείο του  Αγρινίου.

GABALOY (1)

Ανάμεσα στα πιο σημαντικά ευρήματα, συγκαταλέγονται πήλινα ομοιώματα ανθρώπινων μελών, όμοια με αντίστοιχα από το Ιερό του Ασκληπιού στην Κόρινθο και μεγάλος αριθμός απελευθερωτικών επιγραφών του 2ου αιώνα π.Χ., πήλινοι λύχνοι, φορητοί βωμοί μικρών διαστάσεων, αγνύθες, θυμιατήρια, αναθηματικά αγγεία, όπως κρατηρίσκοι και σκύφοι, μικρά πήλινα ειδώλια, μεγάλα πήλινα και μαρμάρινα ειδώλια και χρονολογούνται στον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ., συμπεριλαμβάνονται στα ευρήματα της ανασκαφής. Στο αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών φυλάσσονται δυο χρυσά στεφάνια, ένα χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι, πολλά ασημένια και χάλκινα αγγεία , στο αρχαιολογικό μουσείο Θέρμου φυλάσσονται πήλινα αγγεία και μερικά επιτύμβια ανάγλυφα ρωμαϊκών χρόνων ενώ τα υπόλοιπα μαζί με τα αρχαιολογικά ευρήματα του ιερού του Ασκληπιού, που ανακαλύφθηκαν το 1922, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου. Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, οι κάτοικοι της περιοχής του αρχαίου Τριχωνίου βρήκαν καταφύγιο στο βουνό, στην προσπάθεια τους για επιβίωση.

Δημήτρης Μακρής

Στην επανάσταση το 1821, οι κάτοικοι της Μακρυνείας είχαν ως πρωτοστάτη τον καπετάνιο του Ζυγού, Δημήτρη Μακρή, ο οποίος δεν υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά και πάντα βρισκόταν σε αντιπαλότητα μαζί του. Λίγο πριν ξεσπάσει η επανάσταση μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ήταν εκείνος που έδωσε το έναυσμα για το ξεσηκωμό στη Δυτική Ελλάδα. Στην πλατεία της Γαβαλούς είναι τοποθετημένη η προτομή του Δημητρίου Μακρή, αρχηγού των κλεφτών του Ζυγού, ο οποίος αρνήθηκε να δεχθεί τη θέση υπασπιστή που του πρόσφερε ο Όθωνας και δεν υπέκυψε στις δελεαστικές προτάσεις να συμβιβασθεί με τον Τούρκο ή τον Κατσάμπαση, όπως έκαναν πολλοί.

Στη Γαβαλού οι πρωιμότεροι τάφοι της πόλης, χρονολογούνται στην Πρωτογεωμετρική Εποχή (1050-900 π.Χ.). Στην Ελληνιστική Περίοδο χρονολογείται ένας τύμβος, ένας ταφικός περίβολος τετράγωνου σχήματος και αρκετοί κιβωτιόσχημοι τάφοι. Από το αρχαίο Τριχώνιο προέρχεται και η μαρμάρινη, από ντόπιο μάρμαρο, ακέραιη στήλη με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία φέρει την επιγραφή «ΚΡΙΤΟΛΑΟΥ» στην κεφαλαιογράμματη γραφή. Η αποκάλυψη παρόμοιων ταφικών συνόλων και ευρημάτων κατά μήκος της νότιας όχθης της λίμνης Τριχωνίδας προσφέρει σημαντικές τοπογραφικές πληροφορίες, καθώς με τη χαρτογράφησή τους είναι περισσότερο εύκολο να προσδιοριστούν ορισμένα τμήματα του κύριου οδικού άξονα που οδηγούσε στο Θέρμο.

Μοναστήρι Κατερινούς (Γεννήσεως της Θεοτόκου)

katerinou

Μονή Ζωοδοόχου Πηγής Κελιού (ή Κελλάκι)Γαβαλούς

zoodoxo_pigi_gavalou

Μονή Παναγίας Ερημιτούς Παραδείσι Μεσάριστας

mesarista

Στην πάροδο των αιώνων στην περιοχή της δημοτικής ενότητας της  Μακρυνείας λειτούργησαν τα παρακάτω Μοναστήρια: Μονή Παναγίας Κατερινούς, Μονή Αγίου Γεωργίου Μποτίνου (Λιθοβουνίου), Μονή Αγ.Θεολόγου Γαβαλούς, Μονή Ζωοδόχου Πηγής Κελιού (ή Κελλάκι) Γαβαλούς, Μονή Αγ. Θεοδώρων Παλαιοχωρίου και Μονή Παναγίας Ερημιτούς Παραδείσι Μεσάριστας.

 Δημοτική Ενότητα Αράκυνθου

arakynthos

Αράκυνθος

Από τα χρόνια της Αιτωλικής Συμπολιτείας, ξεκινά η ιστορία του Αρακύνθου καθώς κοντά στη σημερινή έδρα της δημοτικής ενότητας, τις Παπαδάτες, ήκμασε στην αρχαιότητα σπουδαία πόλη που ανήκε στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Η πρώτη αναφορά για την πόλη αυτή γίνεται από τον Πολύβιο, ο οποίος αναφέρει ότι ο βασιλιάς Φίλιππος ο Ε’ της Μακεδονίας, στην εκστρατεία του εναντίον των Αιτωλών, μετά την καταστροφή του Θέρμου, την κατέστρεψε ολοσχερώς. Όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα από την πόλη αυτή φυλάσσονται στο Αγρίνιο, αν και από τη Βυζαντινή Περίοδο διασώζεται μόνο ο μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Ιωάννου.

Το όρος Αράκυνθος αποτελούσε καταφύγιο των κλεφτών και των αρματωλών, ενώ πολλοί κάτοικοι του συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821 όπως και σε πολεμικές επιχειρήσεις στη γύρω περιοχή, καθώς επίσης και στις πολιορκίες του Μεσολογγίου.  Πρωτοστάτης σε αυτές το χωριό Γραμματικού, και το Άνω και Κάτω Κεράσοβο, με το Άνω Κεράσοβο να αποτελεί το μέρος όπου πραγματοποιήθηκε η συνέλευση των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας τον Ιούλιο του 1823, και πάρθηκαν κρίσιμες αποφάσεις.

Την περίοδο της γερμανικής κατοχής, ο Αράκυνθος δοκιμάστηκε αρκετά, μιας και οι κατακτητές έκαψαν ολοσχερώς τα χωριά της  Μακρυνείας, μεταξύ αυτών την Ματαράγκα και τη Γραμματικού, καθώς στην περιοχή αυτή είχαν αναπτύξει έντονη δράση τα αντάρτικα σώματα της Εθνικής Αντίστασης.